Δεν ξέρω αν υπάρχει χειρότερη αίσθηση από το να ξυπνάς στις πέντε το πρωί και να μετράς τα ρέστα σου για να δεις αν φτάνουν για ένα τοστ και ένα τσιγάρο. Είχα φτάσει ακριβώς εκεί έναν περασμένο Μάρτιο, τρεις μήνες μετά το λουκέτο στην μικρή επιχείρηση που είχα στήσει με ιδρώτα και δάνειο από τον θείο μου, ένα μικρό κατάστημα με είδη δώρου σε μια στοά στο κέντρο. Τα χρέη είχαν μαζευτεί σαν χιονόμπαλα, οι δόσεις είχαν παγώσει, και εγώ είχα απομείνει με μηδέν στον τραπεζικό, μηδέν στο πορτοφόλι και μια μητέρα που αρνιόταν να της πω την αλήθεια γιατί η καρδιά της δεν θα άντεχε άλλη στενοχώρια. Εκείνη τη νύχτα, δεν κοιμόμουν από τον Ιανουάριο κανονικά – κοιμόμουν με το ένα μάτι ανοιχτό, ξυπνούσα στις τρεις, στις τέσσερις, και μετά απλά περίμενα το ξημέρωμα μισολιπόθυμος από την αγωνία.
Τον Μάρτιο λοιπόν εκείνο, ένα βράδυ Τετάρτης, έβρεχε τόσο πολύ που οι υπόνομοι της γειτονιάς μου είχαν γίνει μικροί χείμαρροι. Είχα γυρίσει από το σπίτι της μητέρας μου, όπου είχα φάει μια σούπα φακής που μου είχε μαγειρέψει, και είχα πει ψέματα ότι η δουλειά πήγαινε καλά, ότι είχα παραγγελίες, ότι όλα μια χαρά. Μπήκα στο σπίτι, ένα μικρό ισόγειο στα Πατήσια, έριξα τα κλειδιά στο τραπέζι και έμεινα να ακούω τη βροχή για καμιά ώρα. Μετά, χωρίς σκέψη, χωρίς σχέδιο, άνοιξα το κινητό μου. Δεν ήξερα καν τι έψαχνα. Ίσως ένα βίντεο με γάτες, ίσως κάτι να με αποσπάσει. Αντί για γάτες, το μάτι μου έπεσε σε μια διαφήμιση – μια πλατφόρμα με φώτα και μουσική και μια υπόσχεση "μπόνους καλωσορίσματος". Γέλασα πικρά. Εγώ δεν είχα λεφτά ούτε για μπόνους καλωσορίσματος. Αλλά κάτι με τράβηξε. Ίσως η απελπισία, ίσως η ανάγκη να νιώσω ότι ακόμα υπάρχει μια μακρινή, έστω και γελοία πιθανότητα να γυρίσει κάτι υπέρ μου.
Θυμάμαι να κάθομαι στην άκρη του κρεβατιού, με το νερό να στάζει από έναν σωλήνα έξω από το παράθυρο, και να μετράω τα ψιλά που είχα αφήσει στο συρτάρι της κουζίνας. Μια χούφτα κέρματα – τρία ευρώ και σαράντα λεπτά. Αυτό ήταν όλο. Τρία ευρώ. Αποφάσισα να βάλω όλο το ποσό σε έναν λογαριασμό σε μια πλατφόρμα που διάβασα γρήγορα πως είχε καλές κριτικές, από εκείνες που αναφέρονταν ως
τα καλυτερα online casino για μικρά ποσά και γρήγορες αναλήψεις. Δεν περίμενα τίποτα. Απλά ήθελα να κάνω κάτι, οτιδήποτε, για να μην κάθομαι να σκέφτομαι πως αύριο που θα ξυπνήσω δεν θα έχω ούτε για ψωμί. Έπαιξα λοιπόν με αυτά τα τρία ευρώ σε ένα φρουτάκι που είχε τροχούς με φρούτα – κλασικό, παλιομοδίτικο, χωρίς πολλές φιοριτούρες. Ένα ευρώ ανά περιστροφή. Στην τρίτη περιστροφή, μου έμειναν σαράντα λεπτά. Τίποτα. Έκλεισα το κινητό, το άφησα στο κομοδίνο, και ξάπλωσα να κοιτάξω το ταβάνι. Δεν είχα καν δύναμη να νιώσω απογοήτευση. Απλά υπήρχα.
Το επόμενο πρωί, ξύπνησα με ένα μήνυμα από την πλατφόρμα. Δεν το περίμενα. Μου έγραφαν ότι επειδή είχα κάνει εγγραφή, μου πιστώθηκε ένα μικρό μπόνους χωρίς κατάθεση – τρία ευρώ. Τρία ευρώ δώρο. Γέλασα πάλι. Τι να τα κάνω; Αλλά σκέφτηκα "δεν έχω τίποτα να χάσω, ας παίξω πάλι". Έκανα μια δεύτερη εγγραφή, όχι, δεν χρειαζόταν – απλά μπήκα στον λογαριασμό μου και είδα τα τρία ευρώ εκεί, σαν μικρή ανάσα. Αυτή τη φορά αποφάσισα να αλλάξω παιχνίδι. Διάλεξα μια ρουλέτα, την απλή ευρωπαϊκή, με έναν κανόνα: θα ποντάρω μόνο στο κόκκινο ή στο μαύρο, χωρίς μηδέν αν γίνεται, και θα σταματήσω είτε όταν θα μηδενιστώ είτε όταν θα φτάσω σε ένα ποσό που να δικαιολογεί την ανάληψη. Τρία ευρώ. Το έκανα δύο ευρώ στο κόκκινο, ένα ευρώ στο μαύρο. Η μπίλια γύρισε, γύρισε, γύρισε και έπεσε στο 15, μαύρο. Έχασα τα δύο, κράτησα το ένα. Έπαιξα το ένα στο κόκκινο. Μηδέν. Χάθηκε. Δεν είχε μείνει τίποτα. Απογοητεύτηκα; Και βέβαια απογοητεύτηκα. Αλλά κάτι μέσα μου είπε "Μια τελευταία φορά. Κλείσε τον λογαριασμό και ξέχνα το". Αντί να τον κλείσω, τον άφησα ανοιχτό. Την επόμενη μέρα, άλλος ένας μήνυμα από την ίδια πλατφόρμα – λόγω κάποιας προσφοράς, μου έδωσαν άλλα δύο ευρώ. Σύνολο πέντε είχα φτάσει να παίξω χωρίς να βάλω ούτε ένα δικό μου ευρώ. Αυτό το σκέφτηκα έντονα: δεν ρισκάρω τίποτα δικό μου. Είμαι ήδη στο μηδέν. Άρα είμαι ασφαλής.
Έπαιξα εκείνο το βράδυ με μια ηρεμία νεκρού. Ήμουν ήδη τόσο χαμένος που ούτε ο φόβος δεν είχε νόημα. Διάλεξα ένα παιχνίδι με τζάκποτ, κάτι που στα αλήθεια δεν καταλάβαινα καλά, αλλά είχε μια λειτουργία που αν έπεφταν τρία σύμβολα με επτάρια, πολλαπλασιαζόταν το ποσό επί εκατό. Γέλασα. Δύο ευρώ είχα. Έκανα μία περιστροφή. Ένα ευρώ. Τίποτα. Δεύτερη περιστροφή. Τίποτα. Τρίτη. Έμειναν σαράντα λεπτά. Δεν είχε νόημα. Και εκεί, στο τελευταίο μου σεντ, στο τελευταίο κλικ πριν το μηδέν, οι τροχοί σταμάτησαν. Τρία επτάρια. Δεν το πίστευα. Κοίταξα την οθόνη, κοίταξα την οθόνη ξανά, φώναξα "ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ" τόσο δυνατά που ο γείτονας από πάνω χτύπησε το πάτωμα. Δεν με ένοιαζε. Το ποσό που εμφανίστηκε ήταν 280 ευρώ. Διακόσια ογδόντα. Από σαράντα λεπτά. Από ένα μπόνους χωρίς κατάθεση. Από την απόλυτη καταστροφή.
Κάθισα για πέντε λεπτά χωρίς να κουνιέμαι. Μετά έκανα ανάληψη ολόκληρου του ποσού. Κανένα δίλημμα, καμία σκέψη να συνεχίσω, καμία επιθυμία για διπλασιασμό. Έβγαλα τα λεφτά στον τραπεζικό μου λογαριασμό μέσα σε λίγες ώρες. Και για πρώτη φορά μετά από μήνες, κοιμήθηκα ήσυχος. Δεν ήταν χιλιάδες, δεν έλυσα το οικονομικό μου πρόβλημα ούτε κατά διάνοια, αλλά άλλαξα εντελώς στάση. Σκέφτηκα "αν από το μηδέν μπορώ να φτάσω στα 280 σε μία περιστροφή, τότε η ζωή δεν είναι τόσο γραμμική όσο νόμιζα". Την επόμενη μέρα, πήρα ένα μέρος από αυτά – 50 ευρώ – και πήγα στη μητέρα μου. Της είδα ένα ψέμα: "πληρώθηκα μια παλιά παραγγελία που είχα ξεχάσει". Της έδωσα τα χρήματα, της είπα να πάρει ένα ζευγάρι παπούτσια που ήθελε. Δάκρυσε. Εγώ ήμουν έτοιμος να λιώσω από ενοχή και τύχη ταυτόχρονα.
Μετά από εκείνο το βράδυ, συνέχισα να παίζω αλλά με μια απόλυτη, σχεδόν θρησκευτική πειθαρχία. Δεν ξαναέβαλα χρήματα από τον προϋπολογισμό μου για αρκετούς μήνες. Αποφάσισα ότι αν ήθελα να παίξω, θα έπαιζα μόνο με τα κέρδη που είχα αποκομίσει από εκείνο το θαύμα. Τράβηξα 200, άφησα 80 για παιχνίδι. Με αυτά τα 80, έχασα 40 φορές και κέρδισα άλλες 40, μα στο σύνολο κατάφερα να παρατείνω την απόλαυση για μήνες. Ανακάλυψα ότι υπάρχουν κάποιες πλατφόρμες που λειτουργούν πραγματικά με διαφάνεια, που δεν σε κλειδώνουν, που έχουν υποστήριξη, και αυτές ξεχώρισα ως τα καλυτερα online casino για μένα – αυτά που σέβονται τον παίκτη, τον χρόνο του και τα όριά του. Δεν έγινα πλούσιος, αλλά έγινα πιο σοφός. Έμαθα ότι η τύχη υπάρχει, αλλά δεν είναι πιστή. Είναι σαν ένας περαστικός που άμα τον δεις, τον χαιρετάς, του λες ένα γεια, αλλά δεν τον ακολουθείς στο σπίτι του.
Σήμερα, έναν χρόνο μετά από εκείνη τη βροχερή Τετάρτη, η ζωή μου έχει αλλάξει. Δεν έγινε από το τζόγο. Έγινε από το γεγονός ότι εκείνη η μικρή νίκη μου θύμισε πως ακόμα υπάρχουν ρωγμές στο σκοτάδι, μικρές χαραμάδες από όπου μπορεί να μπει φως, ακόμα κι όταν νομίζεις ότι οι τοίχοι είναι αδιαπέραστοι. Σταμάτησα να φοβάμαι το μέλλον. Βρήκα μια νέα δουλειά – όχι τρομερή, αλλά σταθερή. Και κάθε φορά που ανοίγω το κινητό μου να παίξω, θυμάμαι τη γεύση εκείνων των τριών επτάριων. Όχι για να κυνηγήσω την ίδια ένταση, αλλά για να θυμηθώ ότι η απελπισία είναι κακός σύμβουλος, ενώ η υπομονή και η διαχείριση μπορούν να κάνουν ακόμα και την τελευταία σαραντάρα να γίνει μικρό σκαλοπάτι. Δεν ξέρω αν θα ξαναζήσω κάτι ανάλογο. Μάλλον όχι. Αλλά δεν πειράζει. Εκείνο το βράδυ, η απόλυτη απελπισία πάτησε φρένο. Και για μια στιγμή, εγώ γέλασα πρώτος.